- ἰπνών
- ἰπν-ών, ῶνος, ὁ,A kitchen, IG11(2).287 A147, al. (Delos, iii B.C.).
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ιπνών — ἰπνών, ῶνος, ὁ (Α) [ιπνός] επιγρ. 1. σωρός κοπριάς 2. ο χώρος για τον κλίβανο, το μαγειρείο … Dictionary of Greek
ἰπνῶν — ἴπνη woodpecker fem gen pl ἰπνός oven masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἴπνων — ἴπνον mare s tail neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ιπνιών — ἰπνιών, ῶνος, ὁ (Α) [ιπνός] κρητ. τ. αντί ιπνών.* … Dictionary of Greek
ιπνός — ἰπνός, ὁ (ΑΜ) κλίβανος, φούρνος, καμίνι («ὅτι ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν Περίανδρος τοὺς ἄρτους ἐπέβαλε», Ηρόδ.) αρχ. 1. κυρίως ο κλίβανος με τον οποίο θέρμαιναν το νερό στα βαλανεία (λουτρά) και συνεκδ. ο χώρος στον οποίο βρισκόταν ο κλίβανος, το… … Dictionary of Greek